τάισμα

τάισμα
το см. τάγισμα

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "τάισμα" в других словарях:

  • τάισμα — τάισμα, το και τάγισμα, το 1. παροχή τροφής, τροφοδοσία: Τέλειωσα το τάισμα της αγελάδας. 2. δωροδοκία: Θέλει τάισμα για να σου δώσει δάνειο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τάισμα — και τάγισμα, το, Ν [ταΐζω / ταγίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ταΐζω …   Dictionary of Greek

  • βραχυστομία — βραχυστομία, η (Μ) (για βρέφος) το ότι έχει μικρό στόμα και χρειάζεται ειδικό τάισμα …   Dictionary of Greek

  • τάγισμα — το, Ν βλ. τάισμα …   Dictionary of Greek

  • τράστο — και (σ)τράιστο, το, Ν 1. σακίδιο για το τάισμα ζώων, τάγιστρο 2. ταγάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. τράστο /(σ)τράιστο έχει προέλθει από τη λ. τάγιστρο / τάιστρο μέσω ενός τ. τράγιστρο / τράιστρο (με ανάπτυξη ρ ), από τον οποίο προήλθαν οι τ. τράιστο και… …   Dictionary of Greek

  • Σποκ, Μπέντζαμιν — (Spock). Αμερικανός γιατρός (Νιου Χάβεν, Κονέκτικαν 1903). Ειδικεύτηκε στην παιδιατρική και ανέλαβε την έδρα αυτή στο Πανεπιστήμιο του Κλήβελαν στο Οχάιο, το 1967. Τα μαθήματα του βασίζονται πάνω στην ψυχολογία και την κατάλληλη διαπαιδαγώγηση… …   Dictionary of Greek

  • γαλακτισμός — ο το τάισμα του παιδιού με γάλα, ο θηλασμός (αντίθ. απογαλακτισμός) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τάγισμα — το βλ. τάισμα, το …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τροφοδοσία — η η χορήγηση τροφών ιδίως σε πλήθος ανθρώπων, τροφοδότηση, τάισμα: Η τροφοδοσία των στρατιωτών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»